PASHOCK

Αφού μας κατέκαψε, ο ήλιος σταμάτησε να ανατέλει. Τώρα διαρκώς δύει. Στη Sunset Μπούρδελβαρντ, το φως λιγοστεύει, γεμίζοντας σκιές τα σπίτια της πόλης. Μέσα κι έξω. Όντα απελπισμένα σπαράζουν το ένα το άλλο για να επιβιώσουν, ενώ πλουσιοπάροχα στις τηλεοράσεις η συνταγή "Μπουτάκια στρος-καν με greek S.O.S." κλέβει (στην κυριολεξία) την παράσταση. Το φως υποχωρεί δίνοντας τη θέση του στο σκοτάδι. Μάτια τρομαγμένα περίεργων ανθρωποειδών κοιτάζουν μέσα από τις χαραμάδες τη σφαγή που τους γεμίζει τις τσέπες. Για εκείνους είναι χρυσός. Στην πραγματικότητα είναι βάρος. Κι όσο περισσότερο πλουτίζουν, τόσο περισσότερο βαραίνουν. Τόσο περισσότερο φοβούνται... Το να ζεις δεκαετίες ολόκληρες δημοσία δαπάνη έχει το τίμημά του. Και την ατιμία του. Οι κραυγές δυναμώνουν. Πλησιάζουν. Τα θηρία στην αρένα είναι αναρίθμητα. Αποφασισμένα. Ο χειρότερος αντίπαλος είναι εκείνος που δεν έχει τίποτα να χάσει. Τα μάτια είναι πλέον ορθάνοιχτα. Το βάρος αφόρητο. Η ασφάλεια χάθηκε μέσα στη νύχτα μαζί με τον ήλιο που την κάλυπτε. Τώρα το καθεστώς του σκότους είναι κοινός παρανομαστής. Κι εκείνοι που θαμπώθηκαν από τη λάμψη και την απατηλή ακτινοβολία του πλούτου, αδυνατούν να διακρίνουν στο σκοτάδι εξόδους κινδύνου. Οι πόρτες σφραγίζουν ερμητικά. Εκείνοι που κρύβονται από πίσω τους δεν γνωρίζουν τη δύναμη του θηρίου που γεννήθηκε εν αγνοία τους. Θα χρειαστεί να τρέξουν. Αλλά με τόσο βάρος στις τσέπες και την ψυχή, πόσο μακριά μπορείς να φτάσεις;






